Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wrongly
01
λανθασμένα, εσφαλμένα
in a mistaken or incorrect way
Παραδείγματα
He wrongly assumed they were already married.
Λανθασμένα υπέθεσε ότι ήταν ήδη παντρεμένοι.
02
λανθασμένα, άδικα
in an unjust, dishonest, or morally improper way
Παραδείγματα
They wrongly exploited the workers without proper compensation.
Εκμεταλλεύτηκαν άδικα τους εργαζόμενους χωρίς κατάλληλη αποζημίωση.
Λεξικό Δέντρο
wrongly
wrong



























