wrathful
wrath
ˈrɒθ
roth
ful
fʊl
fool
wrothful

Ορισμός και σημασία του "wrathful"στα αγγλικά

01

οργισμένος, εκνευρισμένος

filled with intense anger or rage 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wrathful
συγκριτικός βαθμός
more wrathful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her wrathful reaction to the betrayal was evident in her fierce words. 

Η οργισμένη της αντίδραση στην προδοσία ήταν εμφανής στα άγρια λόγια της.

Λεξικό Δέντρο

wrathfully
wrathful
wrath
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store