Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wrathful
01
οργισμένος, εκνευρισμένος
filled with intense anger or rage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wrathful
συγκριτικός βαθμός
more wrathful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The leader 's wrathful speech incited the crowd to act with fervent anger.
Ο οργισμένος λόγος του ηγέτη υποκίνησε το πλήθος να δράσει με φλογερό θυμό.
Λεξικό Δέντρο
wrathfully
wrathful
wrath



























