to wrawl
wrawl
rɔ:l
ρολ
rulerollroilrole

Ορισμός και σημασία του "wrawl"στα αγγλικά

to wrawl
01

ουρλιάζω, κραυγάζω

cry loudly, as of animals 
to wrawl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wrawl
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrawls
ενεστώτα μετοχή
wrawling
απλός αόριστος
wrawled
παθητική μετοχή
wrawled

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store