Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wrawl
01
ουρλιάζω, κραυγάζω
cry loudly, as of animals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wrawl
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrawls
ενεστώτα μετοχή
wrawling
απλός αόριστος
wrawled
παθητική μετοχή
wrawled



























