Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wintry
01
χειμωνιάτικος, χειμωνιάτικος
exhibiting characteristics typical of winter, often referring to cold and chilly conditions
Παραδείγματα
The wintry temperatures prompted everyone to gather around the fireplace for warmth.
Οι χειμερινές θερμοκρασίες ώθησαν όλους να μαζευτούν γύρω από το τζάκι για ζεστασιά.
Παραδείγματα
Their relationship had grown wintry over the years, with communication becoming scarce and interactions strained.
Η σχέση τους είχε γίνει παγωμένη με τα χρόνια, με την επικοινωνία να γίνεται σπάνια και τις αλληλεπιδράσεις τεταμένες.



























