to wipe
Pronunciation
/ˈwaɪp/

Ορισμός και σημασία του "wipe"στα αγγλικά

to wipe
01

σκουπίζω, καθαρίζω

to clean or dry a surface using a cloth, etc.
Transitive: to wipe a surface
Complex Transitive: to wipe a surface [adj]
to wipe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wipe
γ΄ ενικό πρόσωπο
wipes
ενεστώτα μετοχή
wiping
απλός αόριστος
wiped
παθητική μετοχή
wiped
Παραδείγματα
The chef wiped the cutting board clean after chopping vegetables.
Ο σεφ σκούπισε την επιφάνεια κοπής μετά το κόψιμο των λαχανικών.
01

σκούπισμα, τρίψιμο

the act of rubbing, cleaning, or removing something by friction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wipes
Παραδείγματα
A wipe of the cloth removed the spill.
Μια σκούπα του πανιού αφαίρεσε το χυμένο.
02

μετάβαση με σκούπισμα, μετάβαση διαγραφής

a film or video transition where one image is gradually replaced by another in a specific pattern
Παραδείγματα
Wipes can create smooth or dynamic visual effects.
Τα εφέ μετάβασης μπορούν να δημιουργήσουν ομαλά ή δυναμικά οπτικά εφέ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store