Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wipe
01
σκουπίζω, καθαρίζω
to clean or dry a surface using a cloth, etc.
Transitive: to wipe a surface
Complex Transitive: to wipe a surface [adj]
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wipe
γ΄ ενικό πρόσωπο
wipes
ενεστώτα μετοχή
wiping
απλός αόριστος
wiped
παθητική μετοχή
wiped
Παραδείγματα
She wiped the kitchen counter with a damp cloth to remove crumbs.
Σκούπισε την πάγκο της κουζίνας με ένα υγρό πανί για να αφαιρέσει ψίχουλα.
Wipe
01
σκούπισμα, τρίψιμο
the act of rubbing, cleaning, or removing something by friction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wipes
Παραδείγματα
He gave the counter a quick wipe with a cloth.
Έδωσε στον πάγκο μια γρήγορη σκούπισμα με ένα πανί.
02
μετάβαση με σκούπισμα, μετάβαση διαγραφής
a film or video transition where one image is gradually replaced by another in a specific pattern
Παραδείγματα
The director used a wipe to shift between scenes.
Ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε μια μετάβαση για να αλλάξει μεταξύ σκηνών.
Λεξικό Δέντρο
wiper
wipe



























