Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bludgeon
01
αναγκάζω, ασκώ πίεση
to forcefully pressure someone to do something
Ditransitive: to bludgeon sb into sth
Παραδείγματα
The aggressive salesperson attempted to bludgeon customers into buying unnecessary products.
Ο επιθετικός πωλητής προσπάθησε να αναγκάσει τους πελάτες να αγοράσουν αχρείαστα προϊόντα.
02
χτυπώ με ρόπαλο, δέρνω βίαια
to violently strike someone repeatedly with a heavy stick
Transitive: to bludgeon sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bludgeon
γ΄ ενικό πρόσωπο
bludgeons
ενεστώτα μετοχή
bludgeoning
απλός αόριστος
bludgeoned
παθητική μετοχή
bludgeoned
Παραδείγματα
The assailant bludgeoned his victim with a tire iron, leaving them unconscious and bleeding.
Ο επιτιθέμενος χτύπησε το θύμα του με ένα σιδερένιο εργαλείο, αφήνοντάς το αναίσθητο και αιμορραγούντα.
Bludgeon
01
γκλομπ, ρόπαλο
a thick, usually short stick or club used to hit or strike, often intended as a weapon
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bludgeons
Παραδείγματα
The guard carried a bludgeon for protection.
Ο φύλακας κουβαλούσε ένα ρόπαλο για προστασία.



























