Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bludgeon
01
αναγκάζω, ασκώ πίεση
to forcefully pressure someone to do something
Ditransitive: to bludgeon sb into sth
Παραδείγματα
The fear of social ostracism bludgeoned her into conformity with the group's norms.
Ο φόβος του κοινωνικού αποκλεισμού την ανάγκασε να συμμορφωθεί με τις νόρμες της ομάδας.
02
χτυπώ με ρόπαλο, δέρνω βίαια
to violently strike someone repeatedly with a heavy stick
Transitive: to bludgeon sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bludgeon
γ΄ ενικό πρόσωπο
bludgeons
ενεστώτα μετοχή
bludgeoning
απλός αόριστος
bludgeoned
παθητική μετοχή
bludgeoned
Παραδείγματα
The murderer confessed to bludgeoning his victim to death in a fit of rage.
Ο δολοφόνος ομολόγησε ότι χτύπησε με βαρύ αντικείμενο το θύμα του μέχρι θανάτου σε μια έκρηξη οργής.
Bludgeon
01
γκλομπ, ρόπαλο
a thick, usually short stick or club used to hit or strike, often intended as a weapon
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bludgeons
Παραδείγματα
The villain wielded a heavy bludgeon to intimidate his enemies.
Ο κακοποιός κρατούσε ένα βαρύ ρόπαλο για να τρομοκρατήσει τους εχθρούς του.
Λεξικό Δέντρο
bludgeoner
bludgeon



























