Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blubber
01
κλαψουρίζω, κλαίω
to cry or whine while making sniffing sounds
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blubber
γ΄ ενικό πρόσωπο
blubbers
ενεστώτα μετοχή
blubbering
απλός αόριστος
blubbered
παθητική μετοχή
blubbered
Παραδείγματα
Unaccustomed to criticism, he would blubber when faced with negative feedback.
Ασυνήθιστος στην κριτική, κλαψουρίζει όταν αντιμετωπίζει αρνητική ανατροφοδότηση.
02
κλαψουρίζω, λυγίζω
to speak or say something while crying
Intransitive
Παραδείγματα
She blubbered, apologizing for her outburst during the meeting.
Έκλαψε ενώ μιλούσε, ζητώντας συγγνώμη για την έκρηξή της κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Blubber
01
λίπος, παχύσαρκος
excess bodily weight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
λιπαρό φάλαινας, μονωτικό στρώμα λίπους κάτω από το δέρμα των φαλαινών και άλλων μεγάλων θαλάσσιων θηλαστικών
an insulating layer of fat under the skin of whales and other large marine mammals; used as a source of oil



























