Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blubber
01
κλαψουρίζω, κλαίω
to cry or whine while making sniffing sounds
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blubber
γ΄ ενικό πρόσωπο
blubbers
ενεστώτα μετοχή
blubbering
απλός αόριστος
blubbered
παθητική μετοχή
blubbered
Παραδείγματα
The upset child began to blubber after losing his favorite toy.
Το αναστατωμένο παιδί άρχισε να κλαψουρίζει αφού έχασε το αγαπημένο του παιχνίδι.
02
κλαψουρίζω, λυγίζω
to speak or say something while crying
Intransitive
Παραδείγματα
The child blubbered as he tried to explain what had happened at school.
Το παιδί κλαψουρίζει ενώ προσπαθούσε να εξηγήσει τι είχε συμβεί στο σχολείο.
Blubber
01
λίπος, παχύσαρκος
excess bodily weight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blubbers
02
λιπαρό φάλαινας, μονωτικό στρώμα λίπους κάτω από το δέρμα των φαλαινών και άλλων μεγάλων θαλάσσιων θηλαστικών
an insulating layer of fat under the skin of whales and other large marine mammals; used as a source of oil



























