windy
win
ˈwɪn
vin
dy
di
di
winey

Ορισμός και σημασία του "windy"στα αγγλικά

01

ανεμώδης, θυελλώδης

having a lot of strong winds 
windy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
windiest
συγκριτικός βαθμός
windier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He had to secure his hat due to the windy conditions. 

Έπρεπε να ασφαλίσει το καπέλο του λόγω των θυελλωδών συνθηκών.

02

φλύαρος, μακροσκελής

(of text, speech, etc.) using too many words, making it hard to follow 
windy definition and meaning
Παραδείγματα
The professor's lecture was so windy that many students lost interest halfway through. 

Η διάλεξη του καθηγητή ήταν τόσο φλύαρη που πολλοί φοιτητές έχασαν το ενδιαφέρον τους στα μισά.

03

κενός, χωρίς νόημα

having little meaning or depth 
Παραδείγματα
Their windy promises of reform quickly faded into inaction. 

Οι άδειες υποσχέσεις τους για μεταρρύθμιση εξασθένισαν γρήγορα σε αδράνεια.

04

ανεμώδης, φουσκωμένος

having a tendency to produce gas in the digestive system, often causing discomfort 
Παραδείγματα
After eating the beans, he experienced a windy bellyache. 

Αφού έφαγε τα φασόλια, ένιωσε αεριώδη κοιλιακή πόνο.

05

νευρικός, ανήσυχος

(of a person) having a nervous feeling 
Παραδείγματα
He felt windy before his big performance. 

Αισθανόταν νευρικός πριν από τη μεγάλη του παράσταση.

06

ελιγμούς, κουλουριασμένος

(of a road or river) having many twists and turns 
Παραδείγματα
The windy road made the drive more exciting. 

Ο κουλουριασμένος δρόμος έκανε την οδήγηση πιο συναρπαστική.

Λεξικό Δέντρο

windily
windiness
windy
wind
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store