Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
windy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
windiest
συγκριτικός βαθμός
windier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He had to secure his hat due to the windy conditions.
Έπρεπε να ασφαλίσει το καπέλο του λόγω των θυελλωδών συνθηκών.
02
φλύαρος, μακροσκελής
(of text, speech, etc.) using too many words, making it hard to follow
Παραδείγματα
The professor's lecture was so windy that many students lost interest halfway through.
Η διάλεξη του καθηγητή ήταν τόσο φλύαρη που πολλοί φοιτητές έχασαν το ενδιαφέρον τους στα μισά.
Παραδείγματα
Their windy promises of reform quickly faded into inaction.
Οι άδειες υποσχέσεις τους για μεταρρύθμιση εξασθένισαν γρήγορα σε αδράνεια.
Παραδείγματα
After eating the beans, he experienced a windy bellyache.
Αφού έφαγε τα φασόλια, ένιωσε αεριώδη κοιλιακή πόνο.
Παραδείγματα
He felt windy before his big performance.
Αισθανόταν νευρικός πριν από τη μεγάλη του παράσταση.
06
ελιγμούς, κουλουριασμένος
(of a road or river) having many twists and turns
Παραδείγματα
The windy road made the drive more exciting.
Ο κουλουριασμένος δρόμος έκανε την οδήγηση πιο συναρπαστική.
Λεξικό Δέντρο
windily
windiness
windy
wind



























