Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
willfully
01
εκούσια, σκόπιμα
in a deliberate way, intending to cause harm or break rules
Παραδείγματα
The defendant willfully disobeyed the judge's order.
Ο κατηγορούμενος σκόπιμα παραβίασε την εντολή του δικαστή.
02
πεισματικά, σκόπιμα
with a stubborn determination to act as one wants, despite consequences or rules
Παραδείγματα
Despite the risks, he willfully pursued his goal without hesitation.
Παρά τους κινδύνους, επίτηδες κυνηγούσε τον στόχο του χωρίς δισταγμό.
Λεξικό Δέντρο
willfully
willful
will



























