Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to whine
01
γκρινιάζω, στριγκλίζω
to produce a high-pitched, unpleasant, screechy sound
Intransitive
Παραδείγματα
While we were cooking, the kettle was whining as it heated up.
Ενώ μαγειρεύαμε, η κατσαρόλα έβγαζε οξύ ήχο καθώς ζεσταινόταν.
02
γκρινιάζω, παραπονιέμαι
to express one's discontent or dissatisfaction in an annoying manner
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whine
γ΄ ενικό πρόσωπο
whines
ενεστώτα μετοχή
whining
απλός αόριστος
whined
παθητική μετοχή
whined
Παραδείγματα
The child began to whine when he didn’t get his way at the store.
Το παιδί άρχισε να γκρινιάζει όταν δεν πήρε αυτό που ήθελε στο μαγαζί.
03
γκρινιάζω, κλαψουρίζω
to complain about something while making crying noises
Intransitive: to whine about sth
Παραδείγματα
She couldn’t help but whine about the long wait at the doctor’s office.
Δεν μπορούσε παρά να γκρινιάζει για τη μεγάλη αναμονή στο ιατρείο.
04
γκρινιάζω, τρίζω
to move or advance while making a high-pitched sound
Intransitive
Παραδείγματα
The old cart whined as it was pushed across the rough ground.
Το παλιό καρότσι τρίζει καθώς σπρώχνεται πάνω στον τραχύ έδαφος.
Whine
01
γκρίνια, παράπονο
a complaint uttered in a plaintive whining way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whines
Λεξικό Δέντρο
whiner
whine



























