to whinny
whinny
'wɪni
ουινι
whinywhiney

Ορισμός και σημασία του "whinny"στα αγγλικά

to whinny
01

χλιμιντρίζω, ενθουσιασμένα χλιμιντρίζω

to make high-pitched neighing sound like that of a a horse, especially when it is excited or trying to communicate with other horses 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whinny
γ΄ ενικό πρόσωπο
whinnies
ενεστώτα μετοχή
whinnying
απλός αόριστος
whinnied
παθητική μετοχή
whinnied
01

χλιμίντρισμα, χαρακτηριστικός ήχος του αλόγου

the characteristic sounds made by a horse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
whinnies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store