Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to whinny
01
χλιμιντρίζω, ενθουσιασμένα χλιμιντρίζω
to make high-pitched neighing sound like that of a a horse, especially when it is excited or trying to communicate with other horses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whinny
γ΄ ενικό πρόσωπο
whinnies
ενεστώτα μετοχή
whinnying
απλός αόριστος
whinnied
παθητική μετοχή
whinnied
Whinny
01
χλιμίντρισμα, χαρακτηριστικός ήχος του αλόγου
the characteristic sounds made by a horse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whinnies



























