whimsical
whim
ˈwɪm
vim
si
zi
cal
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "whimsical"στα αγγλικά

01

ιδιότροπος, ιδιοφυής

driven by impulses and desires rather than logical necessity or reasoning 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whimsical
συγκριτικός βαθμός
more whimsical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His whimsical decision to take a spontaneous trip surprised everyone. 

Η ιδιόμορφη απόφασή του να κάνει ένα αυθόρμητο ταξίδι εξέπληξε όλους.

02

ιδιόμορφος, ευφάνταστος

playful and unusual, often with a touch of humor or imagination 
Παραδείγματα
The artist's paintings are known for their whimsical characters and vibrant colors. 

Οι πίνακες του καλλιτέχνη είναι γνωστοί για τους ιδιόρρυθμους χαρακτήρες και τα ζωηρά χρώματα τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store