wacky
wa
ˈwæ
cky
ki
ki
whacky
whacky

Ορισμός και σημασία του "wacky"στα αγγλικά

01

παράξενος, αστείος

having funny or amusing qualities in a silly way 
wacky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wackiest
συγκριτικός βαθμός
wackier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, humor, personality
Παραδείγματα
Her wacky sense of fashion always attracted attention wherever she went. 

Η παράξενη αίσθηση μόδας της τραβούσε πάντα την προσοχή όπου κι αν πήγαινε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wackily
wacky
wack
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store