wacky
Pronunciation
/ˈwæki/
whacky

Ορισμός και σημασία του "wacky"στα αγγλικά

01

παράξενος, αστείος

having funny or amusing qualities in a silly way
wacky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wackiest
συγκριτικός βαθμός
wackier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist 's wacky paintings challenged traditional notions of art and beauty.
Οι παράξενες ζωγραφιές του καλλιτέχνη αμφισβήτησαν τις παραδοσιακές έννοιες της τέχνης και της ομορφιάς.

Λεξικό Δέντρο

wackily
wacky
wack
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store