w.c.
Pronunciation
/dˌʌbəljˌuːsˈiː/

Ορισμός και σημασία του "w.c."στα αγγλικά

01

τουαλέτα, WC

a toilet in Britain
w.c. definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
w.c.s
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store