w.c.
w
dʌblju:
dablyoo
c
si:
si

Ορισμός και σημασία του "w.c."στα αγγλικά

01

τουαλέτα, WC

a toilet in Britain 
w.c. definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
w.c.s

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store