Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-made
01
καλοφτιαγμένο, ποιοτικό
designed and constructed with good quality, material, and care
Παραδείγματα
Her jewelry is always well-made, using fine metals and precision craftsmanship.
Τα κοσμήματά της είναι πάντα καλά φτιαγμένα, χρησιμοποιώντας λεπτά μέταλλα και ακριβή τεχνική.



























