well-made
well
wɛl
ουελ
made
meɪd
μειντ
/wˈɛlmˈeɪd/
well made

Ορισμός και σημασία του "well-made"στα αγγλικά

01

καλοφτιαγμένο, ποιοτικό

designed and constructed with good quality, material, and care
Παραδείγματα
Her jewelry is always well-made, using fine metals and precision craftsmanship.
Τα κοσμήματά της είναι πάντα καλά φτιαγμένα, χρησιμοποιώντας λεπτά μέταλλα και ακριβή τεχνική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store