well-made
well
wɛl
vel
made
meɪd
meid
well made

Ορισμός και σημασία του "well-made"στα αγγλικά

01

καλοφτιαγμένο, ποιοτικό

designed and constructed with good quality, material, and care 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-made
συγκριτικός βαθμός
better-made
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shoes were well-made, with sturdy stitching and durable leather. 

Τα παπούτσια ήταν καλά φτιαγμένα, με γερή ραφή και ανθεκτικό δέρμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store