well-informed
well
wɛl
vel
in
ɪn
in
formed
fɔ:md
fawmd
well informed

Ορισμός και σημασία του "well-informed"στα αγγλικά

well-informed
01

καλά ενημερωμένος, ενημερωμένος

having thorough and accurate knowledge 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-informed
συγκριτικός βαθμός
better-informed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is well-informed about the latest developments in the tech industry. 

Είναι καλά ενημερωμένη για τις τελευταίες εξελίξεις στη βιομηχανία της τεχνολογίας.

02

καλά ενημερωμένος, σωστά ενημερωμένος

based on accurate and comprehensive knowledge 
Παραδείγματα
She made a well-informed decision after considering all the available data. 

Πήρε μια καλά τεκμηριωμένη απόφαση αφού εξέτασε όλα τα διαθέσιμα δεδομένα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store