Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-informed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-informed
συγκριτικός βαθμός
better-informed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is well-informed about the latest developments in the tech industry.
Είναι καλά ενημερωμένη για τις τελευταίες εξελίξεις στη βιομηχανία της τεχνολογίας.
02
καλά ενημερωμένος, σωστά ενημερωμένος
based on accurate and comprehensive knowledge
Παραδείγματα
She made a well-informed decision after considering all the available data.
Πήρε μια καλά τεκμηριωμένη απόφαση αφού εξέτασε όλα τα διαθέσιμα δεδομένα.



























