well-informed
Pronunciation
/wˈɛlɪnfˈɔːɹmd/
well informed

Ορισμός και σημασία του "well-informed"στα αγγλικά

well-informed
01

καλά ενημερωμένος, ενημερωμένος

having thorough and accurate knowledge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-informed
συγκριτικός βαθμός
better-informed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Being well-informed on the subject, she confidently led the seminar.
Όντας καλά ενημερωμένη για το θέμα, οδήγησε το σεμινάριο με αυτοπεποίθηση.
02

καλά ενημερωμένος, σωστά ενημερωμένος

based on accurate and comprehensive knowledge
Παραδείγματα
Her well-informed judgment was crucial in the success of the project.
Η καλά ενημερωμένη κρίση της ήταν καθοριστική για την επιτυχία του έργου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store