weird
Pronunciation
/wɪrd/

Ορισμός και σημασία του "weird"στα αγγλικά

01

περίεργος, παράξενος

strange in a way that is difficult to understand
weird definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
weirdest
συγκριτικός βαθμός
weirder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie had a weird ending that left the audience confused.
Η ταινία είχε ένα περίεργο τέλος που άφησε το κοινό σε σύγχυση.
02

παράξενος, μυστηριώδης

suggestive of the supernatural in a way that evokes mystery or unease
Παραδείγματα
The weird noises at night were rumored to be caused by ghosts.
Φημολογείτο ότι οι παράξενες ήχοι τη νύχτα προκαλούνταν από φαντάσματα.
01

μοίρα, επιπολαιότητα

a predetermined course of events, often seen as beyond human control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weirds
Παραδείγματα
He felt as though he was bound by his weird, unable to escape his destined path.
Αισθάνθηκε σαν να ήταν δεμένος από το πεπρωμένο του, ανίκανος να ξεφύγει από το προορισμένο του μονοπάτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store