Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weird
01
περίεργος, παράξενος
strange in a way that is difficult to understand
Παραδείγματα
The movie had a weird ending that left the audience confused.
Η ταινία είχε ένα περίεργο τέλος που άφησε το κοινό σε σύγχυση.
Weird
Παραδείγματα
He felt as though he was bound by his weird, unable to escape his destined path.
Αισθάνθηκε σαν να ήταν δεμένος από το πεπρωμένο του, ανίκανος να ξεφύγει από το προορισμένο του μονοπάτι.
Λεξικό Δέντρο
weirdly
weirdness
weird



























