weightlifter
Pronunciation
/ˈweɪtˌɫɪftɝ/

Ορισμός και σημασία του "weightlifter"στα αγγλικά

01

αρσιβαρίστας, βαροστάτης

a person who participates in the sport of weightlifting, involving the lifting of heavy weights in specific lifts
weightlifter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weightlifters
Παραδείγματα
At the gym, the weightlifter practiced squats and overhead presses to strengthen his muscles.
Στο γυμναστήριο, ο αρσιβαρίστας εξασκήθηκε σε squats και overhead presses για να ενισχύσει τους μύες του.

Λεξικό Δέντρο

weightlifter
weightlift

weight

+

lift

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store