Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weigh down
[phrase form: weigh]
01
καταπιέζω, θλίβω
to make someone feel sad or stressed by putting a lot of emotional or mental pressure on them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
weigh
ενεστώτας
weigh down
γ΄ ενικό πρόσωπο
weighs down
ενεστώτα μετοχή
weighing down
απλός αόριστος
weighed down
παθητική μετοχή
weighed down
Παραδείγματα
The responsibility of managing the project seemed to weigh her down, but she handled it with grace.
Η ευθύνη της διαχείρισης του έργου φαινόταν να την καταπιέζει, αλλά το χειρίστηκε με χάρη.
02
βαραίνω, φορτώνω
to add weight to someone or something, making it more difficult for them to move
Παραδείγματα
As the pile of textbooks grew, it started to weigh down on the student's backpack.
Καθώς το σωρό των βιβλίων μεγάλωνε, άρχισε να βαραίνει το σακίδιο του μαθητή.
03
βαραίνω, πιέζω
to apply pressure by placing a heavy object on something
Παραδείγματα
The team tried to weigh the goalpost down with sandbags.
Η ομάδα προσπάθησε να βαρύνει τα δοκάρια με σακιά άμμου.



























