Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blindly
01
τυφλά, χωρίς να βλέπει
without the ability to see
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He reached out blindly for the light switch in the pitch-black room.
Έψαξε στα τυφλά για το διακόπτη στο πιτ-black δωμάτιο.
1.1
τυφλά, χωρίς σκέψη
as if blind, without noticing or paying attention
Παραδείγματα
He walked blindly past the warning signs without a second thought.
Πέρασε τυφλά μπροστά από τις προειδοποιητικές πινακίδες χωρίς δεύτερη σκέψη.
02
τυφλά, χωρίς σκέψη
without reasoning, questioning, or careful thought
Παραδείγματα
Don't blindly trust everything you read on the internet.
Μην εμπιστεύεσαι τυφλά ό,τι διαβάζεις στο διαδίκτυο.
03
τυφλά, απότομα
in a way that ends abruptly or without further progress
Παραδείγματα
The trail ended blindly at the edge of the cliff.
Το μονοπάτι τελείωσε τυφλά στην άκρη του βράχου.
Λεξικό Δέντρο
blindly
blind



























