Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blindly
01
τυφλά, χωρίς να βλέπει
without the ability to see
Παραδείγματα
The blind man navigated the crowded street blindly, relying on his cane.
Ο τυφλός άνδρας πλοήγησε στο γεμάτο δρόμο τυφλά, βασιζόμενος στο μπαστούνι του.
1.1
τυφλά, χωρίς σκέψη
as if blind, without noticing or paying attention
Παραδείγματα
He blindly walked through the crowded market, not noticing the colorful stalls around him.
Περπάτησε τυφλά μέσα από το γεμάτο παζάρι, χωρίς να παρατηρήσει τις πολύχρωμες πάγκους γύρω του.
02
τυφλά, χωρίς σκέψη
without reasoning, questioning, or careful thought
Παραδείγματα
People often blindly obey authority figures without questioning their motives.
Οι άνθρωποι συχνά υπακούουν τυφλά στις αρχές χωρίς να αμφισβητούν τα κίνητρά τους.
03
τυφλά, απότομα
in a way that ends abruptly or without further progress
Παραδείγματα
Their conversation stopped blindly when the phone rang.
Η συζήτησή τους σταμάτησε τυφλά όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
Λεξικό Δέντρο
blindly
blind



























