blindfold
blind
ˈblaɪnd
blaind
fold
fəʊld
fewld

Ορισμός και σημασία του "blindfold"στα αγγλικά

01

επιδέσμος για τα μάτια, μάσκα για τα μάτια

a cloth or covering used to cover someone's eyes, typically secured with ties or straps 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blindfolds
Παραδείγματα
They played a game where one person wore a blindfold and tried to guess who was speaking. 

Παίξανε ένα παιχνίδι όπου ένα άτομο φορούσε ένα μάτι και προσπαθούσε να μαντέψει ποιος μιλούσε.

to blindfold
01

δένω τα μάτια, καλύπτω τα μάτια

cover the eyes of (someone) to prevent him from seeing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blindfold
γ΄ ενικό πρόσωπο
blindfolds
ενεστώτα μετοχή
blindfolding
απλός αόριστος
blindfolded
παθητική μετοχή
blindfolded
01

με δεμένα μάτια, δεμένος

wearing a blindfold 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blindfold
συγκριτικός βαθμός
more blindfold
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, perception, activity

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

blindfold

blind

+

fold

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store