Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blinding
01
τυφλωτικός, εκθαμβωτικός
extremely bright, often causing temporary inability to see
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blinding
συγκριτικός βαθμός
more blinding
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
light, perception, intensity
Παραδείγματα
The blinding sunlight made it hard to keep my eyes open.
Ο εκτυφλωτικός ηλιακός φωτισμός έκανε δύσκολο να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blindingly
blinding
blind



























