blinding
Pronunciation
/ˈbɫaɪndɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "blinding"στα αγγλικά

01

τυφλωτικός, εκθαμβωτικός

extremely bright, often causing temporary inability to see
blinding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blinding
συγκριτικός βαθμός
more blinding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The diamonds in the display case sparkled with blinding brilliance.
Τα διαμάντια στην βιτρίνα λάμπανε με εκθαμβωτική λάμψη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store