blinding
blin
ˈblaɪn
μπλαιν
ding
dɪng
ντινγκ
bleedingbindingblendingblinking

Ορισμός και σημασία του "blinding"στα αγγλικά

01

τυφλωτικός, εκθαμβωτικός

extremely bright, often causing temporary inability to see 
blinding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blinding
συγκριτικός βαθμός
more blinding
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
light, perception, intensity
Παραδείγματα
The blinding sunlight made it hard to keep my eyes open. 

Ο εκτυφλωτικός ηλιακός φωτισμός έκανε δύσκολο να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

blindingly
blinding
blind
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store