Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blinding
01
τυφλωτικός, εκθαμβωτικός
extremely bright, often causing temporary inability to see
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blinding
συγκριτικός βαθμός
more blinding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The diamonds in the display case sparkled with blinding brilliance.
Τα διαμάντια στην βιτρίνα λάμπανε με εκθαμβωτική λάμψη.
Λεξικό Δέντρο
blindingly
blinding
blind



























