Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blindfold
01
επιδέσμος για τα μάτια, μάσκα για τα μάτια
a cloth or covering used to cover someone's eyes, typically secured with ties or straps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blindfolds
Παραδείγματα
He closed his eyes and pulled the blindfold down, preparing for the sensory experience.
Έκλεισε τα μάτια του και τράβηξε την επιδέσμη προς τα κάτω, προετοιμαζόμενος για την αισθητηριακή εμπειρία.
to blindfold
01
δένω τα μάτια, καλύπτω τα μάτια
cover the eyes of (someone) to prevent him from seeing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blindfold
γ΄ ενικό πρόσωπο
blindfolds
ενεστώτα μετοχή
blindfolding
απλός αόριστος
blindfolded
παθητική μετοχή
blindfolded
blindfold
01
με δεμένα μάτια, δεμένος
wearing a blindfold
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blindfold
συγκριτικός βαθμός
more blindfold
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
blindfold
blind
fold



























