Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bleep
01
ηματοδοτώ, βγάζω ηχητικό σήμα
(of electronic devices) to make a quick, high-pitched sound
Intransitive: to bleep
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bleep
γ΄ ενικό πρόσωπο
bleeps
ενεστώτα μετοχή
bleeping
απλός αόριστος
bleeped
παθητική μετοχή
bleeped
Παραδείγματα
When the smoke alarm detects smoke, it will bleep to alert residents.
Όταν ο ανιχνευτής καπνού ανιχνεύει καπνό, θα κάνει μπιπ για να ειδοποιήσει τους κατοίκους.
02
μπιπ, λογοκρίνω με μπιπ
to replace a swear word on the radio or television with a short high-pitched sound so that people will not be insulted
Transitive: to bleep swear words
Παραδείγματα
When the comedian slipped and cursed, the network quickly bleeped the sound.
Όταν ο κωμικός γλίστρησε και βρίστηκε, το δίκτυο γρήγορα μπιπάρει τον ήχο.
03
καλώ με ηχητικό σήμα, ειδοποιώ με ηχητικό σήμα
to call or alert someone using a particular device
Dialect
British
Transitive: to bleep sb
Παραδείγματα
I had to bleep my colleague to remind him about the meeting.
Έπρεπε να ηχητικά ειδοποιήσω τον συνάδελφό μου για να του θυμίσω τη συνάντηση.
Bleep
01
μπιπ, ηχητικό σήμα
a brief, high-pitched sound used as a signal, warning, or censoring device
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bleeps
Παραδείγματα
The microwave emitted a bleep when the food was ready.
Το μικροκύμα εξέπεμψε ένα μπιπ όταν το φαγητό ήταν έτοιμο.



























