Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
viable
01
εφικτός, βιώσιμος
having the ability to be executed or done successfully
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most viable
συγκριτικός βαθμός
more viable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Starting a small business seems viable given the current market conditions.
Η έναρξη μιας μικρής επιχείρησης φαίνεται εφικτή δεδομένων των τρέχουσων συνθηκών της αγοράς.
02
βιώσιμος, ικανός να ζήσει
(of biological organisms) capable of living or growing, often in a particular environment or under specific conditions
Παραδείγματα
The newly discovered species of frog was viable in both freshwater and saltwater environments.
Το νεοανακαλυφθέν είδος βάτραχου ήταν βιώσιμο τόσο σε γλυκά όσο και σε αλμυρά νερά.
03
βιώσιμος, ικανός να επιβιώσει
(of a fetus or unborn child) capable of surviving and developing outside the womb
Παραδείγματα
The doctors assessed whether the premature baby was viable outside the womb.
Οι γιατροί αξιολόγησαν αν το πρόωρο μωρό ήταν βιώσιμο έξω από τη μήτρα.



























