Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vexatious
01
ενοχλητικός, περιέργος
causing annoyance or distress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vexatious
συγκριτικός βαθμός
more vexatious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The vexatious paperwork required for the application process was overwhelming.
Ο ενοχλητικός γραφειοκρατικός εγκλεισμός που απαιτείται για τη διαδικασία αίτησης ήταν συντριπτικός.
Λεξικό Δέντρο
vexatiously
vexatious
vex



























