Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vehement
01
έντονος, θυμωμένος
expressing strong emotions, typically anger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vehement
συγκριτικός βαθμός
more vehement
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave a vehement response to the accusation, her anger clear in every word.
Έδωσε μια έντονη απάντηση στην κατηγορία, ο θυμός της ξεκάθαρος σε κάθε λέξη.
Λεξικό Δέντρο
vehemently
vehement
vehem



























