Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vehement
01
έντονος, θυμωμένος
expressing strong emotions, typically anger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vehement
συγκριτικός βαθμός
more vehement
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The letter contained a vehement plea for justice, expressing deep frustration with the system.
Η επιστολή περιείχε ένα έντονο έκκληση για δικαιοσύνη, εκφράζοντας βαθιά απογοήτευση με το σύστημα.
Λεξικό Δέντρο
vehemently
vehement
vehem



























