vehement
Pronunciation
/ˈviəmənt/, /vəˈhimənt/

Ορισμός και σημασία του "vehement"στα αγγλικά

01

έντονος, θυμωμένος

expressing strong emotions, typically anger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vehement
συγκριτικός βαθμός
more vehement
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The letter contained a vehement plea for justice, expressing deep frustration with the system.
Η επιστολή περιείχε ένα έντονο έκκληση για δικαιοσύνη, εκφράζοντας βαθιά απογοήτευση με το σύστημα.
02

έντονος, παθιασμένος

demonstrating intense force or power
Παραδείγματα
The crowd 's vehement reaction to the announcement was both loud and passionate.
Η έντονη αντίδραση του πλήθους στην ανακοίνωση ήταν δυνατή και παθιασμένη.

Λεξικό Δέντρο

vehemently
vehement
vehem
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store