Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vague
01
ασαφής, αόριστος
not clear or specific, lacking in detail or precision
Παραδείγματα
The directions to the restaurant were vague, causing us to get lost on the way.
Οι οδηγίες για το εστιατόριο ήταν ασαφείς, κάνοντάς μας να χαθούμε στο δρόμο.
Παραδείγματα
The fog created a vague atmosphere, blurring the edges of the landscape.
Η ομίχλη δημιούργησε μια αόριστη ατμόσφαιρα, θολώνοντας τα άκρα του τοπίου.
03
ασαφής, θαμπός
lacking expression or clarity, often appearing distant or unfocused
Παραδείγματα
His vague expression made it hard to tell if he was confused or uninterested.
Η αόριστη έκφρασή του έκανε δύσκολο να πει κανείς αν ήταν μπερδεμένος ή αδιάφορος.
Λεξικό Δέντρο
vaguely
vagueness
vague



























