Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vague
01
ασαφής, αόριστος
not clear or specific, lacking in detail or precision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
vaguest
συγκριτικός βαθμός
vaguer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The instructions given were vague, leaving room for interpretation.
Οι οδηγίες που δόθηκαν ήταν ασαφείς, αφήνοντας χώρο για ερμηνεία.
Παραδείγματα
The painting had vague shapes that stirred the imagination.
Ο πίνακας είχε ασαφή σχήματα που διέγειραν τη φαντασία.
03
ασαφής, θαμπός
lacking expression or clarity, often appearing distant or unfocused
Παραδείγματα
She stared at the screen with vague eyes, lost in thought.
Κοίταζε την οθόνη με ασαφή μάτια, χαμένη στις σκέψεις της.
Λεξικό Δέντρο
vaguely
vagueness
vague



























