Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
useless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most useless
συγκριτικός βαθμός
more useless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His advice turned out to be useless and did n't solve the problem.
Η συμβουλή του αποδείχθηκε άχρηστη και δεν έλυσε το πρόβλημα.
02
άχρηστος, ανούσιος
(of a person) failing to provide meaningful help or value in a given situation
Παραδείγματα
I expected Sarah to help me solve the issue, but her lack of effort made her seem totally useless in that situation.
Περίμενα η Σάρα να με βοηθήσει να λύσω το πρόβλημα, αλλά η έλλειψη προσπάθειας της την έκανε να φαίνεται εντελώς άχρηστη σε αυτή την κατάσταση.
Λεξικό Δέντρο
uselessly
uselessness
useless
use



























