Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Upside
01
η πάνω πλευρά, η ανώτερη επιφάνεια
the topmost or visible upper surface of an object
Παραδείγματα
The upside of the shelf was dusty since it had n’t been cleaned in a while.
Η πάνω πλευρά του ραφιού ήταν σκονισμένη αφού δεν είχε καθαριστεί εδώ και καιρό.
Λεξικό Δέντρο
upside
side



























