Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Upside
01
η πάνω πλευρά, η ανώτερη επιφάνεια
the topmost or visible upper surface of an object
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upsides
Παραδείγματα
The upside of the rock was covered in moss, while the underside was smooth.
Η πάνω πλευρά του βράχου ήταν καλυμμένη με βρύα, ενώ η κάτω πλευρά ήταν λεία.
Λεξικό Δέντρο
upside
side



























