Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to uproot
01
ξεριζώνω, ξεβοτανιάζω
to remove something, such as a plant or tree, by pulling it completely out of the ground
Παραδείγματα
They uprooted the old tree to make space for a new playground.
Ξερίζωσαν το παλιό δέντρο για να κάνουν χώρο για μια νέα παιδική χαρά.
02
ξεριζώνω, αναγκάζω να μετακινηθεί
to forcibly remove people from their homeland and relocate them to a foreign environment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
uproot
γ΄ ενικό πρόσωπο
uproots
ενεστώτα μετοχή
uprooting
απλός αόριστος
uprooted
παθητική μετοχή
uprooted
Παραδείγματα
The war uprooted thousands of families.
Ο πόλεμος ξερίζωσε χιλιάδες οικογένειες.
03
καταστρέφω, εξολοθρεύω
to completely destroy
Παραδείγματα
The flood uprooted the town's infrastructure.
Η πλημμύρα κατέστρεψε την υποδομή της πόλης.
Λεξικό Δέντρο
uproot
root



























