Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to uproot
01
ξεριζώνω, ξεβοτανιάζω
to remove something, such as a plant or tree, by pulling it completely out of the ground
Παραδείγματα
The bulldozer uprooted the bushes to clear the land for construction.
Το μπουλντόζ ξερίζωσε τους θάμνους για να καθαρίσει το έδαφος για την κατασκευή.
02
ξεριζώνω, αναγκάζω να μετακινηθεί
to forcibly remove people from their homeland and relocate them to a foreign environment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
uproot
γ΄ ενικό πρόσωπο
uproots
ενεστώτα μετοχή
uprooting
απλός αόριστος
uprooted
παθητική μετοχή
uprooted
Παραδείγματα
Economic hardship uprooted many workers from their homes.
Η οικονομική δυσκολία ξερίζωσε πολλούς εργαζόμενους από τα σπίτια τους.
03
καταστρέφω, εξολοθρεύω
to completely destroy
Παραδείγματα
The fire uprooted the entire settlement.
Ξεριζώνω κατέστρεψε ολόκληρο τον οικισμό.
Λεξικό Δέντρο
uproot
root



























