unwonted
un
ʌn
αν
won
ˈwɑ:n
ουαν
ted
tid
τιντ
/ʌnwˈɒntɪd/

Ορισμός και σημασία του "unwonted"στα αγγλικά

01

ασυνήθιστος, σπάνιος

uncommon or not customary
Formal
Παραδείγματα
The author 's unwonted use of humor in the usually serious novel added a refreshing and unexpected dimension to the story.
Η ασυνήθιστη χρήση του χιούμορ από τον συγγραφέα στο συνήθως σοβαρό μυθιστόρημα πρόσθεσε μια δροσερή και απροσδόκητη διάσταση στην ιστορία.

Λεξικό Δέντρο

unwontedly
unwonted
wonted
wont
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store