Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unwonted
01
ασυνήθιστος, σπάνιος
uncommon or not customary
Παραδείγματα
The author 's unwonted use of humor in the usually serious novel added a refreshing and unexpected dimension to the story.
Η ασυνήθιστη χρήση του χιούμορ από τον συγγραφέα στο συνήθως σοβαρό μυθιστόρημα πρόσθεσε μια δροσερή και απροσδόκητη διάσταση στην ιστορία.
Λεξικό Δέντρο
unwontedly
unwonted
wonted
wont



























