untrodden
unt
ˈʌnt
ant
ro
rɒ
ro
dden
dən
dēn

Ορισμός και σημασία του "untrodden"στα αγγλικά

01

απάτητος, αναγνώριστος

not traversed by foot 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most untrodden
συγκριτικός βαθμός
more untrodden
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
terrain, exploration, nature
Παραδείγματα
They ventured into the forest's untrodden undergrowth with only a map to guide them. 

Επικινδύνευσαν στο αδάπατο υποκάλυμμα του δάσους έχοντας μόνο έναν χάρτη ως οδηγό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store