Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unthinkingly
01
απερίσκεπτα, χωρίς σκέψη
in a manner that shows a lack of thought or consideration
Παραδείγματα
She unthinkingly assumed everyone shared her opinion, leading to a heated discussion.
Αυτή ασυνείδητα υπέθεσε ότι όλοι μοιράζονται τη γνώμη της, οδηγώντας σε μια ζωηρή συζήτηση.
Λεξικό Δέντρο
unthinkingly
unthinking
thinking
think



























