Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unspoilt
01
αμόλυντος, ανέπαφος
remaining in a natural or original state without any alteration, damage, or decay
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unspoilt
συγκριτικός βαθμός
more unspoilt
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She loved the unspoilt beauty of the countryside, away from the noise of the city.
Αγάπησε την αμόλυντη ομορφιά της ύπαιθρου, μακριά από τον θόρυβο της πόλης.



























