Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unshod
01
ξυπόλυτος, χωρίς παπούτσια
without shoes or any kind of foot covering
Παραδείγματα
The child 's unshod feet left prints in the fresh snow.
Τα ξυπόλυτα πόδια του παιδιού άφησαν πατημασιές στο φρέσκο χιόνι.
02
ξυπόλυτος, φορώντας μόνο σανδάλια
(used of certain religious orders) barefoot or wearing only sandals



























