unshod
un
ʌn
an
shod
ˈʃɒd
shod
unshoed

Ορισμός και σημασία του "unshod"στα αγγλικά

01

ξυπόλυτος, χωρίς παπούτσια

without shoes or any kind of foot covering 
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her unshod feet were dusty from the desert trail. 

Τα ξυπόλυτα πόδια της ήταν σκονισμένα από το μονοπάτι της ερήμου.

02

ξυπόλυτος, φορώντας μόνο σανδάλια

(used of certain religious orders) barefoot or wearing only sandals 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store