Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unselfishly
01
ανιδιοτελώς, γενναιόδωρα
in a manner that shows concern for others rather than for oneself
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She shared her inheritance unselfishly with her siblings.
Μοιράστηκε την κληρονομιά της ανιδιοτελώς με τα αδέλφια της.
Λεξικό Δέντρο
unselfishly
selfishly
selfish
self



























