Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unseamed
01
χωρίς ραφές, μη ραμμένο
referring to a fabric or material that has no visible stitching or connections
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unseamed
συγκριτικός βαθμός
more unseamed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unseamed dress flowed effortlessly, creating a sleek and elegant look.
Το αραχνοϋφαντό φόρεμα κυλούσε αβίαστα, δημιουργώντας μια κομψή και κομψή εμφάνιση.
02
ομαλός, λείο
smooth, especially of skin
Λεξικό Δέντρο
unseamed
seamed
seam



























