unseamed
Pronunciation
/ʌnsˈiːmd/

Ορισμός και σημασία του "unseamed"στα αγγλικά

01

χωρίς ραφές, μη ραμμένο

referring to a fabric or material that has no visible stitching or connections
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unseamed
συγκριτικός βαθμός
more unseamed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her unseamed stockings gave a flawless finish under her formal gown.
Οι χωρίς ραφές κάλτσες της έδωσαν μια άψογη ολοκλήρωση κάτω από την επίσημη φούστα της.
02

ομαλός, λείο

smooth, especially of skin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store