unsatisfactory
un
ˌʌn
αν
sa
σαι
tis
tɪs
τισ
fac
ˈfæk
φαικ
to
τα
ry
ri
ρι
refractoryolfactory

Ορισμός και σημασία του "unsatisfactory"στα αγγλικά

unsatisfactory
01

ανικανοποίητος, ανεπαρκής

lacking in quality and not meeting the desired level of satisfaction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsatisfactory
συγκριτικός βαθμός
more unsatisfactory
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, evaluation, performance
Παραδείγματα
The results of the experiment were unsatisfactory and required retesting. 

Τα αποτελέσματα του πειράματος ήταν ανικανοποιητικά και απαιτούσαν επανάληψη των δοκιμών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unsatisfactory
satisfactory
satisfy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store