unsatisfactory
Pronunciation
/ˌənsətɪsˈfæktɝi/

Ορισμός και σημασία του "unsatisfactory"στα αγγλικά

unsatisfactory
01

ανικανοποίητος, ανεπαρκής

lacking in quality and not meeting the desired level of satisfaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsatisfactory
συγκριτικός βαθμός
more unsatisfactory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The product received unsatisfactory reviews from customers online.
Το προϊόν έλαβε δυσαρεστητικές κριτικές από πελάτες στο διαδίκτυο.

Λεξικό Δέντρο

unsatisfactory
satisfactory
satisfy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store