Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsatisfactory
01
ανικανοποίητος, ανεπαρκής
lacking in quality and not meeting the desired level of satisfaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsatisfactory
συγκριτικός βαθμός
more unsatisfactory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The product received unsatisfactory reviews from customers online.
Το προϊόν έλαβε δυσαρεστητικές κριτικές από πελάτες στο διαδίκτυο.
Λεξικό Δέντρο
unsatisfactory
satisfactory
satisfy



























