unsafe
un
ʌn
an
safe
ˈseɪf
seif
strafechafetaifsafe

Ορισμός και σημασία του "unsafe"στα αγγλικά

01

επικίνδυνος, ριψοκίνδυνος

having a high degree of risk or danger 
unsafe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsafe
συγκριτικός βαθμός
more unsafe
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
safety, risk, emotion
Παραδείγματα
After hearing strange noises in the house, she feels unsafe staying there alone. 

Αφού άκουσε παράξενους θορύβους στο σπίτι, αισθάνεται ανασφαλής μένοντας εκεί μόνη.

02

επικίνδυνος, ανασφαλής

lacking in security or safety 
03

ανασφαλής, επικίνδυνος

not safe from attack 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unsafe
safe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store