Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsafe
01
επικίνδυνος, ριψοκίνδυνος
having a high degree of risk or danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsafe
συγκριτικός βαθμός
more unsafe
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After hearing strange noises in the house, she feels unsafe staying there alone.
Αφού άκουσε παράξενους θορύβους στο σπίτι, αισθάνεται ανασφαλής μένοντας εκεί μόνη.
02
επικίνδυνος, ανασφαλής
lacking in security or safety
03
ανασφαλής, επικίνδυνος
not safe from attack
Λεξικό Δέντρο
unsafe
safe



























