unsafe
Pronunciation
/ʌnˈseɪf/

Ορισμός και σημασία του "unsafe"στα αγγλικά

01

επικίνδυνος, ριψοκίνδυνος

having a high degree of risk or danger
unsafe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsafe
συγκριτικός βαθμός
more unsafe
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The travelers feel unsafe when passing through the deserted alley at night.
Οι ταξιδιώτες αισθάνονται ανασφαλείς όταν περνούν από την ερημική σοκάκι τη νύχτα.
02

επικίνδυνος, ανασφαλής

lacking in security or safety
03

ανασφαλής, επικίνδυνος

not safe from attack
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store